Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΑΓΑΠΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2ο

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝΝΑ ΡΕΝΤΖΕΠΕΡΗ 
ΒΙΝΤΕΟ ΑΝΝΑ ΡΕΝΤΖΕΠΕΡΗ
Αγάπη τι δύσκολο πράγμα!!!!

ENTER - DELETE


Καθώς μασούλαγε ένα κομμάτι ψωμί που το είχε κόψει με τα χέρια πρόχειρα, η Κλειώ θέλησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά στα εισερχόμενα μηνύματά της. Είχε μέρες να καθίσει στον υπολογιστή της. Εκεί μπορεί να συγκεντρώνεται και να ταξιδεύει σε όλα τα μέρη του κόσμου χωρίς να την πάρει κανείς είδηση. Φεύγει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα. Με το enter ξεκινούσε πάντα το ταξίδι, με το delete σταματούσε κι άρχιζε η επιστροφή της στο τώρα, το εδώ. Πόσες φορές δεν είχε ταξιδέψει στην αγκαλιά του. Μπορούσε να δει σχεδόν καθαρά το σπίτι του, το σαλόνι, εκεί που έπινε το καφεδάκι του, το μπαλκόνι του που κοιτούσε την ανοιχτή θάλασσα. Ήταν σίγουρη πως μύριζε την θάλασσα. Ήταν σίγουρη πως την έβλεπε καθώς κι εκείνα τα μεγάλα φορτηγά πλοία που έμπαιναν στο λιμάνι. Έβλεπε με τα δικά του μάτια, δύο μάτια πολύ αγαπημένα και ξεχωριστά που την κοιτούσαν με αγάπη. Το ταξίδι συνεχιζόταν μέσα από μελωδίες και από τις μελωδίες έφτανε στην αγκαλιά του. Τα χέρια του τα είχε λατρέψει πριν λατρέψει τον  ίδιο, πριν καν τον γνωρίσει. Σε μια φωτογραφία τυχαία τον είχε δει στέκεται χαμογελαστός αλλά εκείνη είχε προσέξει τα χέρια του. Της θύμιζαν πολλά. Την δύναμη που εκείνη δεν είχε. Ήταν δυνατά τα χέρια του και ήταν σίγουρη πως ανήκαν σε έναν άντρα που θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα σε κάθε δυσκολία. Της θύμιζαν την ζεστή αγκαλιά που είχε ανάγκη. Να κουρνιάσει μέσα τους και να μην μπορεί κανείς να την βγάλει από  εκεί μέσα. Σαν φτερούγες ήταν τα χέρια του. Ναι! θα ήταν ο φύλακας άγγελός της. Κάθε φορά που είχε ανάγκη να κρυφτεί από τον κόσμο, εκείνος θα της άπλωνε τα χέρια του και θα την έκρυβε μέσα στις φτερούγες του. Κι άλλα πολλά της θύμιζαν. Την αγάπη που δεν είχε, την παρότρυνση που της έλειπε, το κουράγιο που χρειαζόταν. Να υπάρχουν άραγε άγγελοι; Σκέφτηκε. Κι αν υπάρχουν γιατί να επιλέξουν εκείνη; Τι είχε το τόσο ξεχωριστό για να της κάνουν την τιμή; Το γαλάζιο ταξίδι της συνεχιζόταν για ώρες όταν τον σκεφτόταν. Οι ώρες πετούσαν σαν πουλιά χωρίς να νοιάζονται για τους δείκτες του ρολογιού. Πάντα της έκανε εντύπωση αυτό. Όσο άκουγε την φωνή του ένιωθε αυτήν την ζεστασιά στην καρδιά της που με κανέναν άλλον τρόπο δεν μπορούσε να νιώσει. 
"Ο Σαμαράς δεν δέχεται να βάλει την υπογραφή του σε τέτοιο κατάπτυστο κείμενο" ακούστηκε σχεδόν ουρλιάζοντας η δημοσιογράφος στην τηλεόραση. Η Κλειώ τινάχτηκε απότομα, χύνοντας τον καφέ της πάνω στο γραφείο και ρίχνοντας κάτω το ποντίκι. Μα τι στο καλό; Τι συνέβη πάλι; Σόνια μου τι έκανες; 
Το στρουμπουλό άσπρο κουταβάκι της, ένα μαλλιαρό παιχνιδιάρικο μπαλάκι, η μοναδική της συντροφιά σε αυτό το τεράστιο σπίτι, είχε πατήσει με τα ποδαράκια του το τηλεκοντρόλ και αυξήθηκε η ένταση του ήχου. Εκτός από το κατάλληλο κουμπάκι, είχε πατήσει και για τα όνειρά της το delete....

ΘΑ ΚΑΝΩ ΑΠΟΨΕ ΟΤΙ Μ' ΑΓΑΠΑΣ


Βούλιαξε στον κατακόκκινο καναπέ δίπλα στη φωτιά που σιγόκαιγε, έκλεισε τα μάτια και άφησε την ψυχή της να περιπλανηθεί στον χρόνο. Η Κλειώ το είχε αυτό το χάρισμα από παιδί. Όλα τα όνειρά της τα ζούσε στην πραγματικότητα. Έφτιαχνε διαλόγους, έντυνε τους ήρωές της με τα χρώματα που ήθελε, επέλεγε τα σκηνικά που της ταίριαζαν και όλα αυτά χωρίς να κοιμάται. Πόσες φορές δεν είχε φανταστεί τον εαυτόν της μεγάλη αρτίστα στο Χόλιγουντ να καταχειροκροτείται από το κοινό, καθώς υποκλινόταν με την ολόλευκη μακριά τουαλέτα της. Πάντα φορούσε άσπρα στα όνειρά της. Ίσως γιατί η ζωή την είχε βάλει να φοράει συνέχεια μαύρα στο δικό της σενάριο. Και η ψυχή της φορούσε μαύρα όταν έχανε ένα ένα στα στηρίγματα στην ζωή της. Όπως ένα σπιτικό που έχει απομείνει χωρίς στυλοβάτες μόνο με τα θεμέλια και την σκεπή να χάσκει. Έτσι ήταν. Ήξερε πως ήταν δυνατή. Έτσι την ήθελαν όλοι γύρω της. Η Κλειώ; Έλεγαν. Αυτή είναι σκυλί. Θα τα καταφέρει. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι έκρυβε καλά ένα φοβισμένο κοριτσάκι μέσα της και του απαγόρευε να εμφανίζεται στους ξένους. Η ψυχή της ήταν ένα μικρό Κωσταλέξι. Το κακοποιούσε το κοριτσάκι αυτό. Το μάλωνε, το άφηνε νηστικό μέσα στο σκοτάδι. Κι όταν εκείνη χαλάρωνε κι αφηνόταν νωχελικά, εκείνο το άτιμο ξετρύπωνε από κει μέσα και έφτιαχνε τις δικές του ιστορίες. Όλες μεγαλόπρεπες σε αντίθεση με την μίζερη ζωή του.
Έτσι κι εκείνο το βράδυ. Ξετρύπωσε και έφερε στο φως την χαμένη αγάπη της Κλειούς, λες και ήθελε να την εκδικηθεί για την περιφρόνηση της. Την έκανε να τον φανταστεί, να τον ονειρευτεί. Και ήταν μια πολύ ζωντανή ονειροφαντασιά αφού μύριζε σχεδόν το άρωμά του στον αέρα.
Θα κάνω απόψε πως μ'αγαπάς, θα σκύψω νωχελικά στην αγκαλιά σου και θα σιγοτραγούδώ κρατώντας στο χέρι ένα τσιγάρο από τα δικά σου, τα βαριά. Θα κάνω απόψε πως μ'αγαπάς και ότι έχει λιακάδα σ'αυτό το σκοτεινό δωμάτιο που βασιλεύει η σιωπή και η παρουσία σου. 
- Είδες εκείνο το σπουργίτη στο παράθυρο; θα σε ρωτήσω γεμάτη απορία και θα σταθώ ανασηκωμένη ψάχνοντάς το με το βλέμμα μου. 
Θα κάνω απόψε ότι με χρειάζεσαι. Πνιχτά γελάκια που κρύβουν τον πόνο θα διακόπτουν τις απόκρυμνες σκέψεις σου. Εκεί σκαρφαλώνω κατάκοπη κάθε νύχτα. Σήμερα θα κάνω ότι δεν πονάω, έτσι κι αλλιώς με αγαπάς. 
Θα κάνω απόψε ότι σου έλειψα. 'Οτι γύρισα από το μακρινό μου ταξίδι και στόλισες το σπίτι τριαντάφυλλα και γαρδένιες για να με υποδεχτείς. Τι χαρούμενο έδειχνε το πρόσωπό σου! Τι χαρούμενη ήμουν που με έσφιγγες και με στροβίλιζες στο δωμάτιο!
-Άναψα το τζάκι θα σου πω κρατώντας δύο ποτήρια με κονιάκ που σου αρέσει. 
Θα κάνω απόψε πως με κοίταξες σα να με ποθούσες, σαν να ήμουν και πάλι εγώ ο έρωτάς σου Σα να ήμουν εγώ το δάκρυ στα μάτια σου, η αγωνία στο μέτωπό σου. 
Ευτυχώς σήμερα βρέχει! Είχε καιρό να βρέξει, θα σου πω δίνοντάς σου την ομπρέλλα πριν ξεκινήσεις για το γραφείο.
Θα κάνω απόψε πως μ'αγαπάς και ότι θα μ'ονειρευτείς στον βαθύ σου ύπνο, ότι είμαι η σκιά στο προσκεφάλι σου. 
Θα κάνω απόψε ότι σ 'αγαπώ....
Mε τις σκέψεις αυτές αποκοιμήθηκε. Εκεί δίπλα του. Εκείνος συνέχιζε να καπνίζει το τσιγάρο του και υστερα σηκώθηκε αργά αργά για να μην την ξυπνήσει, την σκέπασε με το σάλι που της είχε γλιστρήσει στο χαλί και πήγε στην κρεββατοκάμαρα…. 
Άννα Ρεντζεπέρη

Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ




Σηκώθηκε άκεφη από το κρεββάτι, ήπιε δυό τρεις ρουφηξιές από τον χθεσινό καφε και ντύθηκε βιαστικά. Έπρεπε να πληρώσει τον λογαριασμό του τηλεφώνου που έληγε. Ώρες είναι να μου το διακόψουν έλεγε και ξαναέλεγε οδηγώντας μέσα στην κίνηση. Έφτασε στο κεντρικό κατάστημα στην Πατησίων. Πάντα εδώ σ'αυτό το παλιό κτήριο του ΟΤΕ πλήρωνε τους λογαριασμούς της και της έδινε μια αίσθηση οικειότητας  αυτή η σταθερότητα, που αναζητούσε διαρκώς μέσα σε παγωμένα πρόσωπα του αστικού πολιτισμού όπου ανήκε. Είχε μια σταθερότητα αυτή η σχέση. Ο ίδιος ταμίας, το ίδιο περιβάλλον, τα ίδια απελπισμένα και βαριεστημένα πρόσωπα από την πολύωρη αναμονή σ'αυτήν την ατέλειωτη ουρά. Ο ίδιος διάλογος.
 -Πολύ κόσμο έχει σήμερα!
- Αφήστε τα!! Πανικός από το πρωί !
Στάθηκε στο τέλος της ουράς και αφού έστρεψε το βλέμμα της διερευνητικά  γύρω γύρω, σα να ήθελε να εξακριβώσει ότι όλοι ήταν στα γραφεία τους κι εργάζονταν, άρχισε να κοιτάζει αμήχανα τον λογαριασμό του τηλεφώνου.
Λογαριασμοί για όλα! Και οι περισσότεροι απλήρωτοι. Για τους λογαριασμούς της ζωής έλεγε, που έρχονταν πάντα στο τέλος της ζημιάς. Κι έπρεπε να τους πληρώσει μετρητοίς. Όπως μετρητοίς είχε εξαγοράσει την επιτυχία, και την αγάπη.
Οι λογαριασμοί που της έστελνε η ζωή της κάθε τόσο δεν ξεπληρώνονταν εύκολα. Χρειάζονταν πολλά δάκρυα και ξενύχτια μέχρι να βρει τις δανεικές δυνάμεις, να σταθεί στα πόδια της και να ξανασυνεχίσει….
Η σειρά σας… άκουσε μια ανυπόμονη φωνή πίσω της κι ένοιωσε ένα ελαφρύ σκούντηγμα στον ώμο…

ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝΝΑ ΡΕΝΤΖΕΠΕΡΗ 
ΒΙΝΤΕΟ ΑΝΝΑ ΡΕΝΤΖΕΠΕΡΗ
Όταν όλα μοιάζουν να καταρρέουν γύρω και τίποτα δεν μπορεί να τα συγκρατήσει, όταν δεν υπάρχει χέρι βοηθείας από κανέναν και όλους τους πόνους χρειάζεται να τους αντιμετωπίσω, η θάλασσα είναι εκείνη που προσφέρει παραμυθία, παρηγοριά. Τα κύματα και τα χρώματά της υπόσχονται κόσμους ονειρεμένους, που ακόμη κι αν δεν τους δω ποτέ, μπορώ να ελπίζω ότι κάποτε...ίσως...κάπως ίσως...κάπου....μπορεί να βρω την ευτυχία...

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Κοντά και μακρυά. Ποιος είναι εκείνος που μετρά τις αποστάσεις; Ποιος είναι ο ειδικός με το μέτρο στα χέρια; 
Κουραστήκαμε να ρωτάμε διαδρομές, να λογαριάζουμε χιλιόμετρα και να διαβάζουμε χάρτες. 
Τόσο μακρυά και τόσο κοντά. Ένα βήμα, μία ανάσα, μια δρασκελιά την ώρα του ονείρου, όταν υψώνεται ο ήλιος μας και χάνεται το σκοτάδι. 
Αποστάσεις. Καταστάσεις. Περιστάσεις. Τόσο κοντά και τόσο μακρυά. Όσο να περάσει ο ανήμπορος απέναντι. Αιώνας χωρίς βοήθεια. Μια ζωή. 
Οι νίκες μας αλογάριαστες, ξαστοχισμένες και κλειδωμένες σε μπαούλο με θύμισες. 
Προσπάθησα κι εγώ να λογαριάσω τη απόσταση από το βλέμμα σου. Πολύ μεγάλη διαδρομή, απροσπέλαστη. Η διαδρομή του σχοινοβάτη.
 Έκανα να υπολογίσω πόσο απέχεις με τη φωνή σου. Ένα άγγιγμα, ένα γέλιο. 
Κοντά και μακρυά. Ποιος είναι εκείνος που μετρά τις αποστάσεις; 

Άννα Ρεντζεπέρη

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Καληνύχτα...για τον δρόμο το φιλί...να προσέχεις.... Ένα υπέροχο τραγούδι του αξέχαστου Μάνου


Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα...ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να διαβάσουν το μυστικό σημείωμα που άφησε μέσα τους ο Θεός. Δεν είχαν το απαιτούμενο φως για να το διαβάσουν.
Και τ' άφησαν διπλωμένο να κιτρινίζει σε ένα κρυφό συρταράκι της ψυχής τους.
Είναι μερικοί άνθρωποι που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά, δεν ξέρουν πως τους ανήκει.
Και σαστίζουν. Τη φέρνουν από δω, τη γυρνάνε από κει, ώσπου ανοίγουν ένα λάκκο και τη θάβουν, όπως κάνουν με τα κόκαλα τα σκυλιά.
Είναι μερικοί άνθρωποι που πίστεψαν αλήθεια πως ο Θεός αγαπάει τους μουτρωμένους.
Χαρά σ' αυτούς που γέμισαν την ψυχή τους και διάβασαν τραγουδιστά το μυστικό τους σημειωματάκι.
Αν το 'σκισαν μετά, αν το 'καψαν, το έκαναν μόνο και μόνο για το κέφι τους. Για να κλείσουν μάτι στο Θεό.
Χαρά σ' αυτούς που πιάστηκαν στο δόλωμα της ζωής και σπαρτάρισαν μέσα στα δίχτυα της.
Αν τα τρύπησαν μια στιγμή και ξαναβγήκαν στο πέλαγος, το 'καναν μόνο και μόνο για να 'χουν τη χαρά να ξαναπιαστούν.. 




Στο ακρογιάλι της ουτοπίας... ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Έχω γνωρίσει στη ζωή μου αρκετούς ανθρώπους, που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής τους. Πέρασαν βουνά, θάλασσες και ποτάμια, μοναχικοί καβαλάρηδες πάντα, εραστές μια χίμαιρας που την είχαν βαφτίσει ελευθερία.
Αυτού του είδους οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά για την παγίδα τους.
Μοιάζει να ψάχνουν, κάπου να αιχμαλωτιστούν.
Κάπου να χαρίσουν, κάπου να πετάξουν, την ελευθερία που ήδη κουβαλάνε μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν.
Μερικοί, μπαίνουν σε ναρκοπέδια και χάνονται.
Άλλοι βρίσκουν τη μεγάλη παγίδα και παγιδεύονται.
Ολότελα. Για πάντα.
Μόνο που δεν παραδέχονται ποτέ, πως εκεί που έφτασαν, είναι παγίδα.
Της δίνουν απλώς μια άλλη ονομασία. Χρέος, ας πούμε. Θυσία. Αποστολή.
Έτσι για να μπορούνε δηλαδή, άμα λάχει, να φοράνε το καπελάκι τους, στραβά...



Αν ήταν όλα αλλιώς.... ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας... Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει... Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε... Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι... Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους. Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες... Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση...
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν... Αν...
Αν ήταν όλα... αλλιώς! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας; 

ΑΝ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΑΛΛΙΩΣ - ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ 
ΒΙΝΤΕΟ ΑΝΝΑ ΡΕΝΤΖΕΠΕΡΗ



Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Καληνύχτα...

Ποτέ δεν θα κουραστώ να σου λέω καληνύχτα, να σου δίνω ένα φιλί για τον δρόμο και να σου λέω να προσέχεις. Ας μη με βλέπεις... Πάντα θα είμαι δίπλα σου....

Ο πίνακας



Προσπέρασα βιαστικά το καλοκαίρι και βγήκα χωρίς ντροπή στον χειμώνα. Να μπορούσα να ξαναγυρίσω τον χρόνο πίσω. Να γινόταν να σε ξαναγνώριζα από την αρχή. Να ξανάκουγα το πρώτο κουδούνισμα του τηλεφωνήματός σου, να είχα και πάλι την γαλήνη στην ψυχή μου με το άκουσμα της φωνής σου. 
Όχι θησαυρέ μου δεν είναι έκκληση απελπισίας, είναι η φωνή της αγάπης, της αδυναμίας να δεχτώ ό,τι με κανέναν τρόπο δεν θέλεις να είμαι στην ζωή σου, με κανέναν τρόπο ούτε έστω και ως φίλη δεν θέλεις να δεχθείς τα ευεργετικά αποτελέσματα της αγάπης μου. Μια γυναίκα που αγάπησε, δεν εγκλημάτησε, συγχώρησέ τη και άσε να σου δώσει ό,τι μπορεί. 
Όλα τα απελπισμένα καλέσματά της έπεφταν στο κενό. Τον εκλιπαρούσε για ώρες να μην την πετάξει από τη ζωή του όπως μια νοικοκυρά θα πέταγε την τρίχα από το ζυμάρι. Μάταια όμως. Εκείνος απών αλλά πάντα παρών. 
Τον είχε πονέσει, τον είχε αγαπήσει, τον είχε ποθήσει και ήταν πάντα περήφανη για κείνον. Οι δημιουργίες του, οι πίνακές του ήταν πάντα μια αποκάλυψη γι'αυτήν. Της φανέρωναν κομμάτια της ψυχής και της ζωής του και τους φύλαγε πάντα σε μέρη αγαπημένα. Αυτόν το άνθρωπο τον είχε αγαπήσει με όλη την δύναμη της ψυχής της και δεν εννοούσε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τον αγνοεί και να παριστάνει πως δεν υπήρξε ποτέ στην ζωή της. 
Εκείνος ήταν και θα είναι η αγάπη της. Θέλει να γνωρίζει πως περνάει, να μοιραστεί τα βάσανά του, να τον κάνει να χαμογελάσει. Δεν ζητάει πολλά. Να την αφήσει να νοιάζεται. Στο κάτω κάτω δεν είχε κάνει κανένα κακό. Μόνο τον εαυτό της θα έβλαπτε αν χρειαζόταν όχι εκείνον. Εκείνον ποτέ. 
Ίσως να μην πίστευε κανείς ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια αγάπη αλλά εκείνη ήταν η ζωντανή απόδειξη. Μόνο να ακούσει τη φωνή του. Το να της την στερεί ίσως ήταν η μεγαλύτερη τιμωρία που κάποιος θα μπορούσε να της επιβάλλει. Ήθελε να παραβρεθεί στην έκθεση με τα έργα του αλλά εκείνος της είχε ζητήσει να μην έχουν καμιά επικοινωνία πλέον. 
Έριξε κάτι πρόχειρο πάνω της και πετάχτηκε ως εκεί. Να τον νοιώσει, να κρυφοκοιτάξει από την τζαμαρία τους όμορφους πίνακες που μερικούς από αυτούς γνώριζε ότι κάποτε τους έφτιαξε για κείνην. Το τελευταίο έργο του στόλιζε τον κεντρικό τοίχο και ήταν όμορφο και ιδιαίτερο όπως κάθε τι που δημιουργούσε. Αχ και να ξερε πόσο κοντά του ήταν. Μια αναπνοή. Αχ και νά' ξερε πόσο τον αγαπά. 
Δεν μπορούσε να του πει η να του γράψει το παραμικρό. Ήταν συγκεκριμένος. Δεν θέλω καμιά επικοινωνία μαζί σου. 
Εντάξει σκέφτηκε αποφασισμένη. Δεν θα επικοινωνήσω με κανέναν τρόπο. Αυτό μπορείς να μου το επιβάλεις. Όμως δεν μπορείς να μου επιβάλεις να μη σε αγαπώ και να μην σε νοιάζομαι. Είμαι κι εγώ ένα δυστυχισμένο πλάσμα που παριστάνει την χαμογελαστή κερένια κούκλα. Μόνο η φωνή σου μου φέρνει ευτυχία κι εσύ μου την στερείς. 
Ας είναι. Έσκυψε το κεφάλι για να μην την αναγνωρίσουν και πέρασε τρέχοντας απέναντι. Είχε αρχίσει να βρέχει. Οι σταγόνες άρχισαν να βρέχουν το ρούχο της, τα μακριά της μαλλιά και να εισχωρούν από την πληγή μέσα στην καρδιά της. 
Θα τον αγαπούσε μέχρι τον θάνατο, θα τον αγαπούσε όσα χρόνια κι αν περνούσαν, θα τον αγαπούσε κι ας την φώναζαν τρελή. Είχε αγαπήσει τις πληγές του, είχε αγαπήσει την ψυχή του και αυτό δεν τελειώνει ποτέ...Η αγάπη είναι παντοτινή...ως το τέλος.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές,στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές...Καληνύχτα αγάπη μου, φιλί για τον δρόμο και προσεκτικά


Η φυλακή



Πλησίασε στο σπασμένο παράθυρο. Η φυλακή της ήταν τώρα ανοιχτή. Ήταν σχεδόν ελεύθερη. Ένα βήμα την χώριζε από τη ζωή και τον κόσμο. Πέρασαν πολλές σκέψεις από το μυαλό της. Μήπως ήταν παγίδα; Θα επιβίωνε εκεί έξω; Θα της άρεσε; Κι αν έβρισκε τον έρωτα ξανά; Κι αν τον ξαναέχανε; Πόσες απώλειες θα μετρούσε, πόσες απώλειες θα άντεχε; 
Η οικογένειά της ριζωμένη στην Αττική γη, παρίστανε το λίπασμα στα δέντρα του Υμηττού...Η αγάπη της χαμένη και αγκυροβολημένη σε κάποιο λιμάνι και η καρδιά της, ξεχαρβαλωμένο παιχνίδι στα πόδια των περαστικών πλάι σε χωματερές και σκουπίδια. Εκεί την είχε πετάξει η ζωή και ο έρωτας...Στα σκουπίδια. Της ζήτησαν να μη μιλά, την έπνιξαν στη σιωπή και την βούτηξαν φιμωμένη στη θάλασσα. Έπρεπε να πνίξει τα παράπονα και τους καημούς της...Αυτά άλλωστε κανέναν δεν θα ενδιέφεραν.
Ποιος κυβερνά τη ζωή της; Γεννήθηκε για να αγαπά αλλά ποιον; Ποιος θα της απλώσει το χέρι στην ζωή και θα της κλείσει με νόημα το μάτι; Ποιος θα συνωμοτήσει μαζί της στην ευτυχία; Κανείς. Οι ευτυχισμένες στιγμές θέλουν μόχθο. Κανείς δεν νοιάζεται να μοχθήσει γι'αυτήν, ούτε μια μικρή θυσία δεν αξίζει. Και γιατί να αξίζει; Αν άξιζε η ζωή δεν θα της στερούσε τόσα...Δεν θα της στερούσε την μοναδική της αγάπη. 
Συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις και αποφάσισε γρήγορα. Ξανάδεσε τα χέρια και τα πόδια της στις αλυσίδες και  κάθισε στη γωνιά της φυλακής της. Δεν είχε να πάει πουθενά. Όλη η ζωή της ήταν μέσα κει. Δεν είχε κουράγιο πια να τρέξει μακριά. Χωρίς το απλωμένο του χέρι που έσφιγγε με δύναμη το δικό της δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Ήσυχα κορίτσι μου είπε στην καρδιά της. Θα ξαναμάθεις να χτυπάς αργά και κουρασμένα. Θα συνηθίσεις. 
Όταν θα έρθουν οι φρουροί να τους πει για το παράθυρο. Πρέπει να αλλάξουν το σπασμένο τζάμι και να βάλουν σιδεριά. Οι δουλειές πρέπει να γίνονται σωστά...
Αποχαιρέτησε όλες της τις αναμνήσεις και άρχισε να φαντάζεται πως θα κάνει πιο όμορφη τη φυλακή της. Μήπως να χάραζα το όνομα του στους τοίχους; Σκέφτηκε και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της.... 

...Τόση αγάπη δεν μπορείς... Να γράφεις να τηλεφωνείς...


Μάρω Βαμβουνάκη



Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. 
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο... 

(Σε ευχαριστώ φίλη μου για το κείμενο που μου έστειλες...)