Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ;

  Ο Ν. Καββαδίας στην πρώτη ποιητική του συλλογή, στο Μαραμπού, που εκδόθηκε το 1933 όταν εκείνος ήταν μόλις 23 ετών, έχει αφιερώσει ένα ποίημα, το "Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ" στο πρόσωπο που έφερε αυτό το όνομα και το βλέπετε στην φωτογραφία δεξιά. 
Ποιος όμως ήταν ο ποιητής Καίσαρ Εμμανουήλ, στον οποίο απευθύνεται ο Καββαδίας στον πληθυντικό και γιατί ονειρεύεται τρόπους να τον "σώσει;"
     Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1902. Μετά από την διαμονή του στον Πόρο και το Δραγάτσι, κατέληξε στον Πειραιά, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. 
Σπούδασε Φιλοσοφική και ήταν γλωσσομαθής, πράγμα που τον βοήθησε από νωρίς να ασκήσει το επάγγελμα του μεταφραστή. 
Από το 1952 και μετά ασχολείται αποκλειστικά με λογοτεχνικές μεταφράσεις. 
Μετέφρασε το ΚΟΡΑΚΙ (THE RAVEN) του ποιητή Έντγκαρ Άλαν Πόε, ένα έργο σκοτεινό και δύσκολο και μάλιστα η μετάφρασή του θεωρήθηκε ίσως και η πιο επιτυχημένη, ενώ είχαν επιχειρήσει και άλλοι ποιητές να την αποδώσουν όπως ο Κ. Ουράνης. 
Κάποια περίοδο της ζωής του, πιθανώς είχε πέσει σε κατάθλιψη αλλά δεν αυτοκτόνησε όπως μπορεί να υπονοηθεί από το ποίημα του Καββαδία. 
Οι ποιητικές του συλλογές είναι λιγοστές: 
Ι.Ποίηση
• Ο παράφωνος αυλός. Αθήνα, Α.Ι.Ράλλης, 1929.
• Δώδεκα σκυθρωπές μάσκες. Αθήνα, Μαυρίδης, 1931.
• Η δυναστεία των χιμαιρών. 1940.
• Stillae sanguinis. Αθήνα, 1951. 
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Edgar Allan Poe, Το κοράκι. 1932.
• Paul Valery , Ομιλεί ο Νάρκισσος και άλλα ποιήματα. 1933.
• Stephan Mallarme, Η Ηρωδιάς. 1936.
• Stephan Mallarme, Το απόγευμα ενός φαύνου. 1938.
• Stephan Mallarme, Ίγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν· Μεταφραστής Καίσαρ Εμμανουήλ. Έκδοση του περ. Ποιητική Τέχνη, 1949.
• Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι. 1947.

Ο θάνατός του προήλθε από διαβήτη σε νοσοκομείο της Αθήνας, το 1970. 
Ο Καίσαρ Εμμανουήλ ανήκει στην γενιά των ποιητών του Μεσοπολέμου και η ποιητική του συλλογή "Ο παράφωνος αυλός" άρεσε πολύ και στον Ελύτη. 
Στο ποίημα του Καββαδία που είναι αφιερωμένο σε εκείνον, υπάρχει ο στίχος: " Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε Καίσαρ να σας σώσει..." και πιθανότατα αναφέρεται σε λόγια του Εμμανουήλ που έλεγε: "Φοβάμαι πως τίποτα μα τίποτα πια δεν μας σώζει..". 
Το ποίημα αυτό του Καββαδία μελοποιήθηκε κι έτσι ο άγνωστος μέχρι τότε Καίσαρ Εμμανουήλ, πέρασε οριστικά στην αθανασία...
Η μελοποίηση έγινε από τον Νίκο Ζερβουδάκη και είναι επιτυχημένη, αλλά έχω αντιρρήσεις στο γεγονός ότι έχει αφαιρέσει αρκετές στροφές και έχει αλλάξει τους στίχους, αλλά κυρίως έχει μετατρέψει τον πληθυντικό ευγενείας του Καββαδία, σε ενικό. Είναι ανάγκη η ποίηση αν διατηρείται ατόφια όταν μελοποιείται διότι η μουσική οφείλει να υπηρετεί τον λόγο. Εν αρχήν ην ο λόγος κατά την ταπεινή μου άποψη...Όμως αυτή η άποψη ίσως εκφράζει και μια φιλολογική εμμονή που με διακρίνει λόγω επαγγέλματος. 
Παραθέτω ενδεικτικά τμήμα της εξαιρετικής μετάφρασης του Εμμανουήλ από την πρώτη στροφή του ποιήματοςTHE RAVEN
...Κάποτε, ένα θλιμμένο μεσονύχτι,
καθώς, αδύνατος και κουρασμένος,
σ΄ ένα σοφό βιβλίο ήμουνα σκυμμένος,
απ’ όλους τώρα χρόνια ξεχασμένο,
καθώς, βαρύ απ΄ τον ύπνο, το κεφάλι
ελίκνιζα, άκουσα άξαφνα ένα κτύπο,
σαν κάποιος να χτυπούσε, να χτυπούσε,
την πόρτα, σιγανά, της κάμαρας μου.
«Κανένας επισκέπτης, δίχως άλλο,
θα ‘ναι αυτός που χτυπά την πόρτα μου», είπα.
«Αυτό, μονάχα αυτό, και τίποτα άλλο.»
Ένα ποίημα του Καίσαρος Εμμανουήλ είναι το
ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ
Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ' αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ' ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ' τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ' την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου. 

Η προσπάθεια οπτικοποίησης του τραγουδιού έγινε με γνώμονα το ποίημα κι όχι τους στίχους του τραγουδιού. Κράτησα λοιπόν στο τραγούδι τους στίχους τους αυθεντικούς του ποιήματος και τους περιέλαβα όλους ως όφειλα...
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ - ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ 
ΟΠΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΝΑ ΡΕΝΤΖΕΠΕΡΗ
Περισσότερα ποιήματά του μπορεί κανείς να βρει στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
Και περισσότερα βιογραφικά του στο ΕΚΕΒΙ (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου